Μεγαλώνουμε σε μια κοινωνία όπου η απόκτηση παιδιών είναι αναμενόμενη και πιθανώς επιβεβλημένη. Όταν δεν επιτυγχάνεται είναι σαν το άτομο που βιώνει αυτή την κατάσταση να φέρει στους ώμους του παράλληλα και κοινωνικές πιέσεις από τον περίγυρο και μαζί με αυτές, ενοχές και διάφορα άλλα συναισθήματα. Επίσης παρόλο που αποτελούν ξεχωριστές έννοιες, η θηλυκότητα, η αρρενωπότητα και η σεξουαλική ικανότητα συχνά συγχέονται με την μητρότητα και την πατρότητα και η σύγχυση αυτή δυσχεραίνει τη διαδικασία.

Όπως αναφέρει και η Γαλλίδα ψυχαναλύτρια Delaisi de Parseval, η επιθυμία απόκτησης παιδιών ενδέχεται να γίνεται αντιληπτή από τα άτομα ως προσφορά στους γονείς ή ως συνεισφορά στην ανθρωπότητα, στο είδος ή ως πατριωτικό καθήκον. Η επιθυμία να κάνουμε παιδιά εμπεριέχει ακόμη ασυνείδητες στάσεις και φαντασιώσεις όχι μόνο του ζευγαριού και αλλά και των γονιών τους (Chatel,1993). Όταν όλα τα παραπάνω ξυπνούν και ανακινούνται από την αδυναμία αναπαραγωγής άντρες και γυναίκες νιώθουν σε διαφορετικό βαθμό και με διαφορετική ποιότητα τις επιπτώσεις αυτής στη ζωή τους.
Ο γιατρός, ο δότης ή η δότρια, διάφορα ηθικά ή φιλοσοφικά θέματα παρεμβάλλονται και περιπλέκουν την ψυχολογική κατάσταση των πρωταγωνιστών. Αισθήματα ντροπής, αδυναμίας, ενοχών συχνά συνεχίζουν να υπάρχουν και μετά τη γέννηση ενός παιδιού καθώς οι γονείς δυσκολεύονται να αποκτήσουν δεύτερο και παράλληλα κουβαλάνε προηγούμενες απώλειες.. Καθώς η υπογονιμότητα αντιμετωπίζεται συχνά ως αμιγώς ιατρικό ζήτημα, οι ψυχολογικές διαστάσεις της κατάστασης πολλές φορές παραμελούνται όπως και σε πολλές άλλες συνθήκες όπου άπτονται ιατρικής φροντίδας. Ωστόσο οι τρόποι που χρησιμοποιούν τα ζευγάρια για να εκφράσουν τη θλίψη τους διαφέρουν ποιοτικά και όταν η διαφορά αυτή δεν γίνεται αντιληπτή ή σεβαστή και από τα δύο πρόσωπα αλλά αναμένεται ομοιότητα στην αντίδραση ενδέχεται να προκληθούν επιπλέον εντάσεις στη σχέση μεταξύ του ζευγαριού (Peterson, Newton, Rosen & Skaggs, 2006). Για πολλές γυναίκες οι αναπαραγωγικές δυσκολίες που αντιμετωπίζουν μεταφράζονται ως απειλή του πυρήνα της γυναικείας ταυτότητας τους. Παράλληλα, μπορεί να προκύψει μια υποβαθμισμένη αίσθηση αυτό-αξίας όχι μόνο επειδή το σώμα δεν ανταποκρίνεται αλλά επειδή η αυτοπεποίθηση διαταράσσεται (Greil, 1991). Επίσης, ενδέχεται να νιώσουν ενοχές και να αντιμετωπίσουν τη δυσκολία αναπαραγωγής ως τιμωρία για προηγούμενες σεξουαλικές επιλογές ή εκτρώσεις. Σαν αντιστάθμισμα μπορεί να γίνουν τόσο αποφασισμένες να πετύχει η σύλληψη που καθιστούν την απόκτηση παιδιού μοναδικό στόχο ζωής και πιθανές επιδιώξεις σε επίπεδο καριέρας, προσωπικές ασχολίες ή σχέσεις έρχονται σε δεύτερη μοίρα (Domar & Seibel, 1997). Ευρήματα μελετών δείχνουν ότι η εμπειρία της υπογονιμότητας επενεργά και στην εμπειρία της εγκυμοσύνης με τις μέλλουσες μητέρες να βιώνουν έντονα συναισθήματα ανησυχίας, αγωνίας, δυσπιστίας και δυσφορίας και όχι τόσο θετικά συναισθήματα ευφορίας. Φαίνεται δηλαδή ότι η προηγούμενη δυσάρεστη εμπειρία επηρέαζε τον τρόπο που σκέφτονταν και αισθανόντουσαν οι γυναίκες που επρόκειτο να φέρουν στον κόσμο ένα μωρό για το οποίο προσπάθησαν πολύ. Περιγράφονται πέντε καταστάσεις που μπορεί να νιώσουν γυναίκες που έχουν βιώσει εμπειρίες υπογονιμότητας: φόβο αποβολής, φόβο απόκτησης μη υγιούς παιδιού, δυσκολία αποδοχής της ταυτότητας της εγκυμονούσας από αυτή της υπογόνιμης, σύγχυση και φόβο για εγκυμοσύνη υψηλού κινδύνου (Glazer, 1993).

Οι άντρες επηρεάζονται με διαφορετικό τρόπο από τις δυσκολίες αναπαραγωγής αλλά οι εμπειρίες τους φαίνεται να μην εκπροσωπούνται επαρκώς στη βιβλιογραφία. Μοιάζει λοιπόν να βιώνουν ένα πλήγμα στην αυτοεκτίμηση τους αναφορικά με τον εκλαμβανόμενο κοινωνικό τους ρόλο και ίσως νιώσουν υπεύθυνοι για την κατάσταση που βιώνει το ζευγάρι. Συχνά τείνουν να αυξάνουν τις ώρες εργασίας τους και άλλες δραστηριότητες. Ωστόσο είναι πιο αισιόδοξοι και προσανατολίζονται προς τη λύση του προβλήματος αλλά καταφεύγουν λιγότερο από τις γυναίκες σε συστήματα κοινωνικής υποστήριξης (Jordan & Revenson, 1999). Προσπαθώντας να τηρήσουν τις νόρμες της αρρενωπότητας, πολλοί τείνουν να καταπιέζουν τα συναισθήματα τους πιστεύοντας πως με αυτό τον τρόπο καθίστανται περισσότερο υποστηρικτικοί στις συντρόφους τους (Berg & Wilson, 1991).
Κάθε αποτυχημένη προσπάθεια βιώνεται συχνά και από τις δύο μεριές σαν απώλεια ενός βρέφους και μερικές φορές ακολουθείται από καινούργια προσπάθεια με καινούργια ελπίδα σαν μια διέξοδο να σβηστεί γρήγορα αυτή η απώλεια. Οι Delaisi & Verdier ονομάζουν τη συνεχή αυτή επαναλαμβανόμενη προσπάθεια ως σύνδρομο ‘’μωρό με οποιοδήποτε κόστος’’ χωρίς να λαμβάνεται υπόψη το συναισθηματικό, σωματικό και οικονομικό βάρος που συνοδεύει αυτές τις προσπάθειες. Κάποια ζευγάρια εμφανίζουν έμμονες ιδέες, μείωση της σεξουαλικής επιθυμίας , καταθλιπτικά συμπτώματα όπως άγχος, αϋπνία, ανορεξία/βουλιμία, αισθήματα απελπισίας ως απόρροια της παραπάνω επιδίωξης. Ωστόσο άλλα δίνουν χώρο στο πένθος και την απώλεια, επεξεργάζονται τη διαδικασία και ενδεχομένως ιεραρχούν διαφορετικά τη ζωή και τις προτεραιότητες τους. Μια θεωρία που διατυπώθηκε από τον Βέλγο ψυχαναλυτή Luc Roegiers είναι ότι ενδεχομένως ένας αριθμός ανθρώπων που επιζητούν να αποκτήσουν παιδί είτε μέσα από την υιοθεσία είτε από την εξωσωματική γονιμοποίηση έχουν βιώσει κάποιες αδικίες κατά την παιδική τους ηλικία όπως απώλεια γονέα ή εγκατάλειψη και τις οποίες προσπαθούν υποσυνείδητα να επιδιορθώσουν μέσα από τα παιδικά χρόνια των δικών τους απογόνων και για αυτό το επιδιώκουν διακαώς. Σαφώς και η παραπάνω θεώρηση δεν βρίσκει καθολική εφαρμογή ωστόσο αξίζει να δει κανείς πιο καθαρά τα κομμάτια που πιέζουν μια διαδικασία απόκτησης παιδιού.
Το βάρος που εμπεριέχει η διαδικασία μπορεί να γίνει πιο διαχειρίσιμο μέσα από την ψυχολογική υποστήριξη και παράλληλα με τη διερεύνηση και κατανόηση θεμάτων που πυροδοτούνται από την υπογονιμότητα και τα οποία έχουν προεκτάσεις στην παρούσα ψυχοκοινωνική κατάσταση ζωής. Πολλές φορές όμως μαζί με τις παραπάνω διαδικασίες ενδέχεται να αναδυθούν θέματα ελέγχου, παλιά ψυχολογικά τραύματα, παιδικές απογοητεύσεις κ.α. τα οποία ενδέχεται να επηρεάζουν την συναισθηματική κατάσταση του ατόμου. Επίσης στην συμβουλευτική μπορούν να συζητηθούν οι κοινωνικές, συναισθηματικές αλλά και ηθικές προεκτάσεις-επιπτώσεις των διαφόρων ιατρικών υπηρεσιών που χρησιμοποιούν τα άτομα όπως για παράδειγμα σκέψεις αναφορικά με το μέλλον των γονιμοποιημένων ωαρίων που κρυοσυντηρούνται σε περίπτωση που επιτευχθεί μια εγκυμοσύνη. Ο γιατρός θα συζητήσει με το άτομο τις ιατρικές προεκτάσεις της διαδικασίας αλλά λόγω χρόνου και ρόλου δεν είναι σε θέση να αναλάβει να καλύψει το ζήτημα από όλες τις μεριές. Είναι σημαντικό λοιπόν στην προκειμένη περίπτωση το άτομο να διερευνήσει τις πιθανές επιπτώσεις μιας δωρεάς ή μιας καταστροφής του γονιμοποιημένου ωαρίου και να γίνουν κατανοητές οι επιπτώσεις της κάθε επιλογής για το άτομο, το παιδί, την οικογένεια ή την κοινωνία ώστε να υπάρχει η γνώση ότι έπραξε μια υπεύθυνη επιλογή. Η συναισθηματική στήριξη δεν γίνεται απαραίτητα μόνο από ειδικούς αλλά περιλαμβάνει και το υποστηρικτικό πλαίσιο της οικογένειας του ατόμου, άλλες ομάδες (πχ ομάδες στήριξης) ή δραστηριότητες στις οποίες το άτομο βρίσκει καταφύγιο. Συνεπώς επαφίεται στις ανάγκες του καθενός και σε κάθε περίπτωση είναι σημαντικό τα γνωρίζουμε τα δίκτυα στήριξης μας και να καταφεύγουμε σε αυτά όταν προκύπτει η ανάγκη. Όταν τα άτομα σκέφτονται να ζητήσουν βοήθεια από ειδικούς αλλά αποφεύγουν αυτό συνήθως συμβαίνει είτε επειδή πιστεύουν ότι μπορούν μόνα τους να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα είτε γιατί δεν είναι σίγουροι για το πώς μπορούν να λάβουν βοήθεια ή ποιον να ρωτήσουν για αυτό (Boivin et al., 1999). Κάποιοι ερευνητές υποστηρίζουν ότι τα ζευγάρια που αντιμετωπίζουν δυσκολίες αναπαραγωγής αποτελούν μια από τις πιο παραμελημένες και σιωπηλές μειονότητες (Domar & Seibel, 1997).
Εσείς νιώθετε ότι λαμβάνετε αρκετή στήριξη;
Νικοπούλου Μαρία
Σύμβουλος ψυχικής υγείας
Εκπαιδευμένη στην ψυχοθεραπεία Gestalt