Χρόνια Πολλά σε όλες τις Μανούλες

Ο σύγχρονος τρόπος ζωής, οι σπουδές και η επαγγελματική καταξίωση ωθούν τις γυναίκες στην αναβολή δημιουργίας οικογένειας. Με αφορμή τη γιορτή της μητέρας θα θέλαμε να αναφερθούμε στις επιπτώσεις που έχει η ηλικία στην γονιμότητα της γυναίκας.



Η γονιμότητα και ιδιαίτερα η γυναικεία γονιμότητα δέχεται το πλήγμα της ηλικίας. Η γονιμότητα μειώνεται δραματικά εξαρτώμενη από την αύξηση της ηλικίας και είναι συνάρτηση τόσο της ποιότητας όσο και της ποσότητας των ωαρίων και της εξάντλησης του ωοθηκικού αποθέματος με την αύξηση της ηλικίας.
Το ποσοστό των ωαρίων που φέρουν χρωμοσωμικές ανωμαλίες αυξάνει καθώς αυξάνει η ηλικία της γυναίκας και αποτελεί κύριο παράγοντα ανευπλοειδίας (χρωμοσωμικής ανωμαλίας) των εμβρύων. Η εμβρυική ανευπλοειδία αποτελεί επίσης κύριο παράγοντα αποτυχημένης εμφύτευσης και αποβολών, ως εκ τούτου η ανευπλοειδία θεωρείται και ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες χαμηλής αποτελεσματικότητας της υποβοηθούμενης αναπαραγωγής.

Η ηλικία της εμμηνόπαυσης είναι κατά μέσο όρο στα 51 χρόνια, και αυτό υποδηλώνει το τέλος της γονιμότητας, αλλά είναι γεγονός ότι μια γυναίκα είναι δύσκολο να συλλάβει την δεκαετία που προηγείται της εμμηνόπαυσης. Εν μέρει αυτό οφείλεται στην ποιότητα των ωαρίων που απελευθερώνονται. Στην ηλικία των 40, περίπου το 75% των ωαρίων είναι χρωμοσωμίκα ανώμαλα το οποίο μειώνει την πιθανότητα σύλληψης και εγκυμοσύνης και αυξάνει το κίνδυνο αποβολών. Ενώ πολλές γυναίκες στο τέλος της δεκαετίας των 30 και στα μέσα της δεκαετίας των 40 γεννούν υγιή μωρά, είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι η αύξηση της ηλικίας της γυναίκας (άνω των 35) μειώνει την πιθανότητες σύλληψης και γέννησης.

Η μηνιαία πιθανότητα σύλληψης μειώνεται από το 20% για γυναίκες σε ηλικία των 30 στο 5% σε γυναίκες ηλικίας 40 ετών. Ο κίνδυνος χρωμοσωμικής ανωμαλίας στα έμβρυα αυξάνει από 1 στα 385 σε γυναίκες της ηλικίας των 30, στο 1 στα 179 σε γυναίκες ηλικίας 35 ετών, στο 1 στα 63 στην ηλικία των 40 και στην ηλικία των 45 αυξάνει στο 1 στα 19. Τα έμβρυα αυτά δεν είναι συμβατά με τη ζωή, επομένως είτε δεν εμφυτεύονται η αν εμφυτευτούν καταλήγουν σε αποβολή. Αυτό εξηγεί τα χαμηλά ποσοστά εγκυμοσύνης και τα υψηλά ποσοστά αποβολών στις γυναίκες άνω των 40 ετών. Λιγότερο από 10% των γυναικών στην ηλικία των 20 βιώνουν απώλεια κύησης συγκρινόμενα με το ποσοστό του 50% που απαντάται σε γυναίκες μεγαλύτερε των 42 ετών.

Όπως μειώνεται η γονιμότητα της γυναίκας με τα χρόνια, το ίδιο μειώνονται και τα ποσοστά επίτευξης εγκυμοσύνης με Υποβοηθούμενη Αναπαραγωγή. Από την ηλικία των 31 μέχρι 34 ετών, τα ποσοστά επιτυχίας του ζευγαριού, για κάθε χρόνο που περνάει μειώνονται κατά 3%. Από τα 35 μέχρι την ηλικία των 39 ετών, η μείωση επίτευξης εγκυμοσύνης κάθε χρόνο ανέρχεται στο 8%. Από τα 40 μέχρι τα 42, 15% για κάθε χρόνο και από τα 42 και μετά τα ποσοστά είναι πολύ χαμηλά.
Αυτά τα δεδομένα αφορούν γυναίκες που υπόκεινται σε IVF με τα δικά τους ωάρια. Στη περίπτωση που μεγαλύτερες γυναίκες υπόκεινται σε διαδικασίες IVF με δωρεά ωαρίων από νεαρές δότριες, οι πιθανότητες είναι ίδιες με αυτές στην ηλικία των δοτριών ωαρίων.

• Deatsman S., Vasilopoulos T., Rhoton-Vlasak A., Age and Fertility: A Study on Patient Awareness. JBRA Assist Reprod. 2016 Jul-Sep
• Edgardo S., Alessio Paffoni A., Busnelli F., et all. Age-related infertility and unexplained infertility: an intricate clinical dilemma. Human Reproduction, Vol. 31, July 2016.

Ελένη Κατσιάνη
Βιολόγος MSc., PhD