Update cookies preferences

Κυστική Ίνωση

Κυστική Ίνωση

Η Κυστική Ίνωση (Cystic Fibrosis) είναι παγκοσμίως η πιο συχνή, κληρονομική νόσος μεταξύ των ατόμων της λευκής φυλής. Πρόκειται για μια γενετική μονογονιδιακή ασθένεια που προκαλείται από μεταλλάξεις ενός γονιδίου του 7ου χρωμοσώματος.

Το υπεύθυνο γονίδιο εντοπίσθηκε μόλις το 1989 και η πιο κοινή μετάλλαξη που εμφανίζει είναι η f508del ή ΔF508. Η μετάλλαξη αυτή εμφανίζεται στον ελλαδικό χώρο σε ποσοστό 50-55% και θεωρείται ότι τα συμπτώματα των πάσχοντων με τη συγκεκριμένη μετάλλαξη είναι από τα βαρύτερα. Έκτοτε, έχουν εντοπιστεί σχεδόν 2000 μεταλλάξεις που σχετίζονται με την εμφάνιση Κυστικής Ίνωσης. Οι διάφορες μεταλλάξεις προκαλούν ποικιλία στα συμπτώματα, σε συνάρτηση με άλλους παράγοντες που επηρεάζουν εξίσου την εξέλιξη της νόσου.

Το εν λόγω γονίδιο είναι υπεύθυνο για την παραγωγή της πρωτεΐνης CFTR (Cystic Fibrosis Transmembrane Regulator) που ελέγχει φυσιολογικές λειτουργίες των επιθηλιακών κυττάρων διαφόρων οργάνων του σώματος, όπως των πνευμόνων, του παγκρέατος, των ιδρωτοποιών αδένων και του εντέρου. Η λειτουργία του μεταλλαγμένου γονιδίου οδηγεί σε τροποποιημένη παραγωγή ή λειτουργία της αντίστοιχης πρωτεΐνης, την παραγωγή παχύρρευστης και κολλώδους βλέννης από το επιθήλιο διαφόρων οργάνων, αποφράσσοντας τους πόρους των αδένων ή των αγωγών που υπάρχουν σε αυτά. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η βλέννη που αποφράσσει τους αεραγωγούς των πνευμόνων και οδηγεί σε συχνές μικροβιακές λοιμώξεις. Επιπλέον, άτυπες μορφές της νόσου περιλαμβάνουν την ανδρική στειρότητα, χρόνια παγκρεατίτιδα, χρόνιες πνευμονοπάθειες, κ.ά.

Ειδκότερα, ένα ποσοστό της τάξης του 80% των ανδρών με αμφοτερόπλευρη απουσία σπερματοδόχου πόρου, θεωρείται ότι φέρουν τουλάχιστον μία μετάλλαξη του γονιδίου. Συνεπώς, κατά τη προετοιμασία για εξωσωματική γονιμοποίηση, άνδρες με αποφρακτική αζωοσπερμία πρέπει να ελέγχονται για την ύπαρξη μεταλλάξεων της κυστικής ίνωσης, με ειδική γενετική εξέταση. Σε περίπτωση που εντοπιστεί κάποια μετάλλαξη κρίνεται απαραίτητος και ο διευρυμένος έλεγχος της γυναίκας, λόγω της μεγάλης συχνότητας των φορέων στον πληθυσμό.

Στην Ελλάδα, η κυστική ίνωση εκτιμάται ως μια ασθένεια άγνωστη στην κοινή γνώμη, παρά την υψηλή συχνότητά της στον πληθυσμό.  Τα άτομα που πάσχουν από την ασθένεια έχουν κληρονομήσει από ένα μεταλλαγμένο αλληλόμορφο του γονιδίου από κάθε γονέα. Αυτό σημαίνει ότι στη συχνότερη περίπτωση που και οι δύο γονείς είναι φορείς, κάθε παιδί έχει 25% πιθανότητα να πάσχει. Στην περίπτωση που ο ένας γονέας είναι φορέας και ο άλλος πάσχων, υπάρχει 50% πιθανότητα να γεννηθεί παιδί υγιές (αλλά φορέας) και 50% πιθανότητα να γεννηθεί παιδί πάσχον. Γονείς που δεν φέρουν το μεταλλαγμένο γονίδιο δεν μπορούν να το κληρονομήσουν στους απογόνους τους.

Έλεγχος
Με βάση τα σημερινά δεδομένα στην Ελλάδα, έλεγχος προτείνεται σε όλες τις ομάδες υψηλού κινδύνου, όπως:

– Μέλη οικογενειών με ιστορικό της νόσου
– Ζευγάρια στα οποία είναι γνωστό ότι ο ένας είναι φορέας
– Άνδρες με στειρότητα (αποφρακτική αζωοσπερία, ολιγοσπερμία, έλλειψη σπερματικού πόρου), καθώς θεωρείται ότι 30-70% αποτελούν φορείς της νόσου.
– Σε άτομα με αδιευκρίνιστη  χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια

Λόγω του μεγάλου αριθμού μεταλλάξεων του γονιδίου που εμφανίζουν διαφορετική συχνότητά μεταξύ των πληθυσμών, καθίσταται απαραίτητος ο ειδικός μοριακός έλεγχος, ανάλογα με τον πληθυσμό. Σύμφωνα με τις ευρωπαϊκές κατευθυντήριες οδηγίες, ο προληπτικός έλεγχος πρέπει να καλύπτει το 75-85% των μεταλλάξεων του πληθυσμού (Castellani et. al. J Cyst Fibros. 2008). Στην Ελλάδα ο έλεγχος που καλύπτει το 90% των μεταλλάξεων περιλαμβάνει συνολικά 59 μεταλλάξεις.

Αν κάποιος βρεθεί αρνητικός για την ύπαρξη του γονιδίου, τότε δεν κρίνεται απαραίτητο να ελεγχθεί και ο σύντροφος, καθώς ο κίνδυνος να αποκτήσουν παιδί που πάσχει μειώνεται πολύ σημαντικά.
Σε περίπτωση που και τα δύο μέλη ενός ζευγαριού διαγνωσθούν ως φορείς και ταυτοποιηθούν οι μεταλλάξεις που φέρουν, τότε κρίνεται απαραίτητη η προγεννητική διάγνωση για τον έλεγχο του εμβρύου. Στην περίπτωση αυτή, ο έλεγχος γίνεται με λήψη τροφοβλάστης ή αμνιακού υγρού.

Εναλλακτικά, ένα ζευγάρι που γνωρίζει ότι είναι φορείς της νόσου, έπειτα από την κατάλληλη γενετική συμβουλευτική, μπορεί να επιλέξει την προεμφυτευτική γενετική διάγνωση (PGD ή αλλιώς PGT-M). Απαραίτητη προϋπόθεση είναι να έχει ταυτοποιηθεί γενετικά η μετάλλαξη που φέρουν οι γονείς και το ζευγάρι  να υποβληθεί σε εξωσωματική γονιμοποίηση. Τα έμβρυα που προκύπτουν από την προσπάθεια της εξωσωματικής υφίστανται βιοψία, ώστε κάποια από τα κύτταρά τους να απομονωθούν και να ελεγχθούν για την ύπαρξη της μετάλλαης. Στη συνέχεια τα έμβρυα καταψύχονται και όταν είναι διαθέσιμα τα αποτελέσματα της γενετικής ανάλυσης, επιλέγονται για μεταφορά μόνο τα υγιή έμβρυα. Η προεμφυτευτική γενετική διάγνωση πλεονεκτεί σε σχέση με τον προγεννητικό έλεγχο, καθώς δίνει τη δυνατότητα αποφυγής διακοπής κύησης.

 

 

Espa