Update cookies preferences

PGD-PGS / CGH-NGS

PGD-PGS / CGH-NGS

Ο όρος PGT (Preimplantation Genetic Testing) χρησιμοποιείται διεθνώς για να περιγράψει το γενετικό έλεγχο, δηλαδή τον έλεγχο του DNA των εμβρύων σε προεμφυτευτικό επίπεδο. Πρόκειται δηλαδή για μια τεχνική που ελέγχει τη γενετική κατάσταση του εμβρύου, πριν την εμφύτευση. Όπως είναι αυτονόητο, ο προεμφυτευτικός γενετικός έλεγχος μπορεί να γίνει μόνο στην περίπτωση που το ζευγάρι έχει καταφύγει στην εξωσωματική γονιμοποίηση. Τα έμβρυα που προκύπτουν από τον κύκλο της εξωσωματικής ελέγχονται και μόνο τα υγιή έμβρυα επιλέγονται για μεταφορά στη μήτρα της γυναίκας, ώστε να επιτευχθεί εμφύτευση και κύηση.

Ο γενετικός έλεγχος των εμβρύων γίνεται με την αφαίρεση ενός μικρού αριθμού κυττάρων τους, τα οποία ελέγχονται στο εργαστήριο γενετικής. Η διαδικασία με την οποία αφαιρούνται τα κύτταρα του εμβρύου καλείται βιοψία εμβρύου.

Μέχρι πρότινος ο προεμφυτευτικός γενετικός έλεγχος ήταν γνωστός με δύο άλλες ονομασίες, οι οποίες αντιπροσώπευαν μια υποπερίπτωση. Ο όρος PGS (Preimplantation Genetic Screening) αποτελεί την περίπτωση κατά την οποία ένα έμβρυο ελέγχεται ως προς τον αριθμό και τη μορφολογία των χρωμοσωμάτων στα κύτταρά του. Με άλλα λόγια, το έμβρυο ελέγχεται για να διαγνωσθεί αν είναι ευπλοειδικό (φυσιολογικός αριθμός χρωμοσωμάτων) ή ανευπλοειδικό (μη φυσιολογικός αριθμός χρωμοσωμάτων).

Η προεμφυτευτική γενετική διάγνωση (PGD- Preimplantation Genetic Diagnosis) έχει ως στόχο να ελέγξει το έμβρυο ως προς την ύπαρξη γονιδίου που σχετίζεται με κάποια μονογονιδιακή ασθένεια. Η διάγνωση δεν έχει να κάνει δηλαδή με το αν το έμβρυο φέρει φυσιολογικό αριθμό χρωμοσωμάτων, αλλά με το αν πάσχει ή όχι από κάποια γενετική ασθένεια (π.χ. θαλασσαιμία, κυστική ίνωση, κ.ά.).

Η σημερινή διεθνής ορολογία της προεμφυτευτικής γενετικής διάγνωσης έχει τροποποιηθεί προκειμένου να περιγράφει επακριβώς τον τύπο του γενετικού ελέγχου στον οποίο θα υποβληθούν τα έμβρυα. Έτσι, σήμερα χρησιμοποιούνται διεθνώς οι ακόλουθες ορολογίες:

PGT-A: PGT για τον έλεγχο ανευπλοειδιών (PGT for aneuploidy)- προηγουμένως γνωστό ως PGS

PGT-M: PGT για τον έλεγχο μονογονιδιακών ασθενειών (PGT for monogenic diseases)- προηγουμένως γνωστό ως PGD

PGT-SR: PGT για τον έλεγχο δομικών χρωμοσωμικών ανακατατάξεων

PGS ή PGD???

Η βασική ιδέα πίσω από την προεμφυτευτικό γενετικό έλεγχο (PGS) στηρίζεται στο γεγονός ότι ένα ευπλοειδικό έμβρυο έχει καλύτερες πιθανότητες εμφύτευσης και κλινικής κύησης, σε σχέση με ένα ανευπλοειδικό έμβρυο, το οποίο είναι πιο πιθανό να μην εμφυτευτεί ή να οδηγήσει σε αποβολή ή στη γέννηση ατόμου με σύνδρομο.

Από την άλλη, η προεμφυτευτική γενετική διάγνωση έχει ως στόχο να ελέγξει το έμβρυο σχετικά με μια γενετική ασθένεια, για την οποία πιθανώς το ζευγάρι έχει ιστορικό.

Τεχνικές γενετικού ελέγχου

Οι τεχνικές με τις οποίες γίνεται ο γενετικός έλεγχος σήμερα είναι κατά κόρον η αλληλούχιση ολόκληρου του γονιδιώματος μέσω της τεχνολογίας NGS (Next Generation Sequencing). Η τεχνολογία αυτή επιτρέπει την ανάλυση 24 χρωμοσωμάτων σε μικρό χρόνο και σε χαμηλό κόστος. Επιπλέον, είναι μια μέθοδος αποτελεσματική σε συνάρτηση με το κόστος καθώς έχει μεγαλύτερη ευαισθησία σε σχέση με άλλες τεχνικές και δίνει τη δυνατότητα διάγνωσης ανωμαλιών σε υψηλό επίπεδο, καθώς και τη διάγνωση περιπτώσεων μωσαϊκισμού.

Εναλλακτική μέθοδος διάγνωσης αποτελεί η τεχνολογία aCGH (array-based Comparative Genomic Hybridization), η οποία όμως πλέον θεωρείται παρωχημένη σε σχέση με το NGS. Η εξέταση αυτή μπορεί να εντοπίσει αποκλίσεις από τον φυσιολογικό αριθμό χρωμοσωμάτων, καθώς και ποσοτικές χρωμοσωμικές αλλαγές μικρότερης έκτασης, όπως είναι οι μικροελλείψεις και οι μικροδιπλασιασμοί. Σε αυτήν την περίπτωση παρουσιάζεται έλλειψη ή περίσσεια όχι ολόκληρου χρωμοσώματος, αλλά κάποιου χρωμοσωμικού τμήματος. Πέραν όμως των πλεονεκτημάτων του, η τεχνική αυτή εμφανίζει και κάποιους περιορισμούς. Οι περιορισμοί έχουν να κάνουν με την αδυναμία εντοπισμού των ισοζυγισμένων μεταθέσεων (“ανταλλαγή” χρωμοσωμικών τμημάτων μεταξύ δύο χρωμοσωμάτων) και των αναστροφών (ενσωμάτων χρωμοσωμικών τμημάτων στη σωστή θέση, αλλά με αντίθετο προσανατολισμό), την αδυναμία εντοπισμού σημειακών μεταλλάξεων στο γονιδίωμα ή πολυπλοειδίών, καθώς και περιπτώσεις μωσαϊκισμού σε μικρό ποσοστό (μικρότερο του 10-15%).

Espa